Γράφει ο Γιώργος Μι
Με τη σημερινή ανακοίνωση των ποινών για την υπόθεση της 12χρονης (=κυκλώματος μαστροπείας-παιδοβιαστών) κλείνει ένας πρώτος κύκλος πεισματώδους πάλης για τα αυτονόητα. Μέσα από αυτό τον αγώνα, όσοι/ες μένουμε σε μια γειτονιά της «πίσω αυλής» της Αθήνας, τον Κολωνό, γνωρίσαμε από κοντά την πίσω αυλή της πίσω αυλής, τους ανθρώπους που ζουν δίπλα μας μεν αλλά ζουν αλλιώς. Και φανταζόμασταν και γνωρίζαμε ότι υπάρχουν αλλά δεν τους ξέραμε με όνομα κι επώνυμο, δεν ξέραμε τις συγκεκριμένες ιστορίες τους και το πρόσωπό τους. Η δουλειά που έγινε για να στηριχτεί η οικογένεια αυτό το 18μηνο απ’ τη στιγμή που βγήκε το θέμα στο φως ήταν μεγάλη όσο και αθόρυβη. Κάποιοι άνθρωποι – που καθόλου λαλίστατοι δεν είναι στα social media – με βάση την τοπική συλλογικότητα Λαϊκή Συνέλευση Κολωνού, Σεπολίων, Ακαδημίας Πλάτωνα είχαν διαρκή επαφή με την οικογένεια.
Νοιάστηκαν για το πως θα τραφούν και θα ντυθούν τα παιδιά, πως θα πάνε σχολείο και πως θα κάνουν ιδιαίτερα, για το πως θα πάνε επισκεπτήριο στη μάνα τους και θα έχουν στοιχειώδη ψυχολογική υποστήριξη από ειδικούς αλλά και πως θα γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και τα γενέθλιά τους μέσα στο ζόφο που ζούσαν. Ήταν το αυτί που άκουγε τον πόνο των παιδιών στην καθημερινότητά τους και το στόμα τους προς την κοινωνία.
Να είμαστε καθαροί. Αυτοί κι αυτές ήταν το δίχτυ ασφαλείας, χωρίς το οποίο, τα μέλη της οικογένειας πιθανόν να είχαν διαλυθεί. Κι αυτό το δίχτυ ασφαλείας ήταν ανθρώπινο – με χέρια που αγκάλιαζαν, πόδια που έτρεχαν και μάτια που έβλεπαν – και ταυτόχρονα πολιτικό, πολιτικότατο.
Γι’ αυτό και έφτιαξε ένα ακόμα μεγαλύτερο δίχτυ ασφαλείας, την Επιτροπή Αλληλεγγύης στη 12χρονη όπου μπήκαν σωματεία, φεμινιστικές συλλογικότητες και από πίσω πολιτικές συλλογικότητες και οργανώσεις. Αν αναρωτιέται, ας πούμε, κανείς πώς πληρώνει το ρεύμα μια οικογένεια με οχτώ παιδιά που μένουν με τη γιαγιά τους, έναν πατέρα άπορο και τη μάνα φυλακή, η απάντηση δεν είναι μέσω της κρατικής/δημοτικής αρωγής αλλά μέσω της πολιτικής αλληλεγγύης σωματείων όπως ο Σύλλογος Δασκάλων «Αριστοτέλης» της περιοχής που από την πρώτη στιγμή είπε ότι αυτά τα παιδιά είναι οι μαθητές μας και θα σταθούμε στο πλάι τους. Η Επιτροπή Αλληλεγγύης βοήθησε να βγει η υπόθεση από τον μικρόκοσμο του Κολωνού και να φτάσει σε κάθε γωνιά της Αθήνας και της Ελλάδας. Χωρίς τη δράση της οι βιαστές θα ήταν έξω και η μάνα μέσα.
Και τώρα τι κερδίσαμε; Εξ αρχής λέγαμε πολλοί και πολλές ότι το πολύ-πολύ να βάλουν μέσα τον Μίχο και τίποτα «πουθενάδες». Η μεγάλη μαφία, παπάδες και αστυνομικοί και πιθανόν πολιτικοί, δεν θα αγγιχτούν. Και δεν αγγίχθηκαν. Πετύχαμε το μίνιμουμ. Αλλά η πρόταση της εισαγγελέως και η στάση των δικαστών μας έδειξαν ότι ούτε αυτό ήταν αυτονόητο. Το ίδιο μας έχουν δείξει και οι υποθέσεις Λιγνάδη, Μπίκα, Ηλιούπολης και τόσες άλλες που το ευρύ κοινό δε γνωρίζει. Ο κανόνας είναι ότι οι βιαστές τη γλιτώνουν. Αυτή τη φορά δεν τη γλίτωσαν. Τουλάχιστον κάποιοι.
Ο πόλεμος δεν τελείωσε κι ο διάολος έχει πολλά ποδάρια ως γνωστόν. Νομίζω όμως ότι σήμερα μια οικογένεια φτωχών κι ανυπεράσπιστων είναι χαρούμενη. Μαζί τους χαίρονται κι όσοι/ες έδωσαν έναν αγώνα μέχρι τέλους, όχι έναν αγώνα για τα media, όχι μια διαμαρτυρία για την τιμή των όπλων. Χαίρονται κι επαγρυπνούν. Δεν θα γράψω ότι τους ευγνωμονούμε και τους θαυμάζουμε γιατί τους ευγνωμονούν και τους θαυμάζουν 8 παιδιά, μια μάνα, μια γιαγιά, μια θεία, ένας πατέρας που το μόνο που γνώριζαν μέχρι σήμερα ήταν η βία της φτώχειας, της πατριαρχίας και της ταξικής εκμετάλλευσης.

